«Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;»
Η ερώτηση ακούγεται αθώα όταν απευθύνεται σε ένα μικρό παιδί. Στα χρόνια του Λυκείου, όμως, αποκτά διαφορετικό βάρος. Δεν αφορά πλέον ένα μακρινό όνειρο, αλλά μια απόφαση που φαίνεται να πλησιάζει γρήγορα: επιλογή προσανατολισμού, πανελλαδικές εξετάσεις, μηχανογραφικό, σχολή, επάγγελμα. Ο μαθητής αισθάνεται συχνά ότι θα έπρεπε να έχει ήδη βρει την απάντηση. Κι αν δεν την έχει βρει, κοιτάζει γύρω του. Κάποιοι συμμαθητές του δηλώνουν βέβαιοι ότι θα γίνουν γιατροί, μηχανικοί ή ψυχολόγοι. Οι μεγάλοι τον ρωτούν τι σκοπεύει να ακολουθήσει, οι βαθμοί του ερμηνεύονται ως ένδειξη για το τι «του ταιριάζει», ενώ οι συζητήσεις για τις βάσεις και την επαγγελματική αποκατάσταση δυναμώνουν την αίσθηση ότι δεν επιτρέπεται να κάνει λάθος.
Ωστόσο, το να μη γνωρίζει ακόμη δεν αποτελεί αδυναμία. Είναι απολύτως φυσικό για έναν έφηβο που βρίσκεται σε μια περίοδο έντονων αλλαγών, γνωρίζει σταδιακά τον εαυτό του και δεν έχει προλάβει να έρθει σε ουσιαστική επαφή με τον κόσμο των σπουδών και της εργασίας. Η πραγματική δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στην πληθώρα των διαθέσιμων επιλογών. Βρίσκεται κυρίως στην απαίτηση να ληφθεί μια σημαντική απόφαση πριν ο νέος καταλάβει τι είναι αυτό που πραγματικά αναζητά.
Δεν επιλέγουμε μόνο μια σχολή
Όταν ένας μαθητής εξετάζει τις πιθανές σπουδές του, δεν επιλέγει απλώς έναν τίτλο από το μηχανογραφικό δελτίο. Προσπαθεί, έστω κι αν δεν το εκφράζει με αυτά τα λόγια, να φανταστεί τη μελλοντική του ζωή. Θα ήθελε να εργάζεται με ανθρώπους ή προτιμά να συγκεντρώνεται σε ιδέες και δεδομένα; Τον ελκύει η έρευνα, η δημιουργία, η επικοινωνία, η φροντίδα ή η πρακτική επίλυση προβλημάτων; Χρειάζεται σταθερότητα ή επιθυμεί ένα περιβάλλον που αλλάζει; Ποιες δραστηριότητες τον κάνουν να χάνει την αίσθηση του χρόνου;
Οι σχολικές επιδόσεις προσφέρουν ορισμένες πληροφορίες, δεν αφηγούνται όμως ολόκληρη την ιστορία ενός παιδιού. Ένας καλός βαθμός σε ένα μάθημα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο μαθητής θέλει να το ακολουθήσει επαγγελματικά. Αντίστοιχα, μια μέτρια επίδοση δεν ακυρώνει πάντοτε ένα γνήσιο ενδιαφέρον. Μπορεί πίσω της να υπάρχουν άγχος, μαθησιακές δυσκολίες, ένας τρόπος διδασκαλίας που δεν τον βοηθά ή απλώς η ανάγκη για περισσότερο χρόνο.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο «σε ποια μαθήματα είσαι καλός;». Χρειάζεται να προχωρά βαθύτερα και να δίνει χώρο στις αξίες, στα ενδιαφέροντα, στις δεξιότητες και στις προσωπικές επιθυμίες, χωρίς να αγνοεί βέβαια τις πραγματικές συνθήκες. Η αυτογνωσία δεν προσφέρει μια μαγική απάντηση. Βοηθά, όμως, τον μαθητή να ξεχωρίσει τη δική του φωνή από τις προσδοκίες που ακούει γύρω του.
Ένα τεστ δεν μπορεί να αποφασίσει για έναν άνθρωπο
Πολλοί μαθητές και γονείς περιμένουν από ένα τεστ επαγγελματικού προσανατολισμού να δώσει την τελική λύση: να εμφανιστεί στην οθόνη ένα επάγγελμα και να εξαφανιστεί η αβεβαιότητα. Τα αξιόπιστα εργαλεία διερεύνησης μπορούν πράγματι να αποκαλύψουν ενδιαφέροντα, αξίες, δεξιότητες και χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Τα αποτελέσματά τους, όμως, δεν αποτελούν ετυμηγορία. Δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποφασίζουν για τη ζωή ενός ανθρώπου.
Ένα τεστ αποκτά πραγματική αξία όταν εντάσσεται σε μια ολοκληρωμένη συμβουλευτική διαδικασία. Τα ευρήματα χρειάζεται να συζητηθούν, να ερμηνευτούν και να συνδεθούν με την προσωπική ιστορία του μαθητή. Συμφωνεί ο ίδιος με την εικόνα που προκύπτει; Αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτή; Υπάρχουν πλευρές του που δεν αποτυπώθηκαν; Πώς συνδέονται τα αποτελέσματα με όσα αγαπά, με όσα τον δυσκολεύουν και με τη ζωή που θα ήθελε να δημιουργήσει;
Ο σύμβουλος δεν βρίσκεται εκεί για να ανακοινώσει στον μαθητή τι «πρέπει» να γίνει. Ο ρόλος του είναι να τον βοηθήσει να διαβάσει τις πληροφορίες, να διερευνήσει δυνατότητες που ίσως δεν είχε σκεφτεί και να διαμορφώσει τα δικά του κριτήρια επιλογής. Η απόφαση παραμένει προσωπική — και αυτό είναι σημαντικό, γιατί ο νέος χρειάζεται να αισθανθεί ότι η πορεία που θα ακολουθήσει του ανήκει.
Η πληροφόρηση μειώνει τον φόβο
Η αυτογνωσία, όσο πολύτιμη κι αν είναι, δεν αρκεί χωρίς έγκυρη πληροφόρηση. Ένας μαθητής μπορεί να απορρίπτει μια σχολή επειδή δεν γνωρίζει το πραγματικό της περιεχόμενο ή να την επιλέγει έχοντας σχηματίσει μια εξιδανικευμένη εικόνα. Ο τίτλος ενός πανεπιστημιακού τμήματος δεν αποκαλύπτει πάντοτε τα μαθήματα, τις απαιτήσεις και τις επαγγελματικές δυνατότητες που προσφέρει. Τμήματα με παρόμοιες ονομασίες μπορεί να έχουν σημαντικές διαφορές, ενώ μια σχολή μπορεί να οδηγεί σε περισσότερες επαγγελματικές διαδρομές από όσες φαντάζεται αρχικά ο μαθητής.
Χρειάζεται, επομένως, να εξετάζει το πρόγραμμα σπουδών, τις πιθανές κατευθύνσεις και ειδικεύσεις, τις δεξιότητες που θα κληθεί να αναπτύξει και τις πραγματικές συνθήκες άσκησης ενός επαγγέλματος. Όπου είναι δυνατό, μια συζήτηση με φοιτητές ή επαγγελματίες του χώρου μπορεί να φωτίσει πλευρές που δεν φαίνονται σε μια απλή περιγραφή σχολής.
Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές. Το δεύτερο σχέδιο δεν αποτελεί παραδοχή αποτυχίας. Αντίθετα, προσφέρει στον μαθητή ασφάλεια και του θυμίζει ότι το μέλλον του δεν εξαρτάται από έναν βαθμό, μία εξέταση ή μία μοναδική σχολή.
Οι γονείς ως συνοδοιπόροι
Οι γονείς επιθυμούν εύλογα να προστατεύσουν το παιδί τους από μια επιλογή που μπορεί να το δυσκολέψει αργότερα. Ανησυχούν για την επαγγελματική αποκατάσταση, για το κόστος των σπουδών και για τις αλλαγές στην αγορά εργασίας. Πίσω από τις συμβουλές τους υπάρχει συνήθως φροντίδα. Η φροντίδα, ωστόσο, μπορεί άθελά της να μετατραπεί σε πίεση. Φράσεις όπως «οι βαθμοί σου είναι πολύ καλοί για να επιλέξεις αυτή τη σχολή», «αυτό το επάγγελμα δεν έχει μέλλον» ή «εμείς ξέρουμε καλύτερα» κάνουν τον μαθητή να αισθάνεται ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη δική του επιθυμία και στην αποδοχή της οικογένειάς του.
Το παιδί δεν χρειάζεται έναν γονέα που θα πάρει την απόφαση για λογαριασμό του. Χρειάζεται κάποιον που θα το ακούσει με πραγματικό ενδιαφέρον, θα το βοηθήσει να αναζητήσει πληροφορίες και θα του επιτρέψει να εκφράσει αμφιβολίες χωρίς να φοβάται ότι θα απογοητεύσει τους άλλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πρακτικές δυσκολίες πρέπει να αποκρύπτονται. Οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, ο τόπος φοίτησης και οι απαιτήσεις κάθε επιλογής χρειάζεται να συζητούνται με ειλικρίνεια. Η συζήτηση, όμως, οφείλει να αναζητά λύσεις και όχι να ακυρώνει εκ των προτέρων τις επιθυμίες του νέου. Η παρουσία της οικογένειας είναι πολύτιμη όταν λειτουργεί ως στήριγμα και όχι ως τιμόνι.
Κι αν ο μαθητής αλλάξει γνώμη;
Μπορεί ένας μαθητής να ακολουθήσει μια σχολή και αργότερα να διαπιστώσει ότι δεν τον εκφράζει. Μπορεί να ανακαλύψει ένα ενδιαφέρον που δεν γνώριζε ή να θελήσει να συνδυάσει διαφορετικά επιστημονικά πεδία. Η αλλαγή πορείας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η πρώτη επιλογή ήταν άχρηστη ή ότι χάθηκε χρόνος. Η σύγχρονη επαγγελματική ζωή σπάνια εξελίσσεται χωρίς μεταβολές. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται ξανά, αποκτούν νέες δεξιότητες και μετακινούνται σε ρόλους που ίσως δεν υπήρχαν όταν ξεκινούσαν τις σπουδές τους.
Γι’ αυτό, η σημαντικότερη προετοιμασία για το μέλλον δεν είναι να προβλέψει ο μαθητής με ακρίβεια τι θα κάνει σε είκοσι χρόνια. Είναι να μάθει να γνωρίζει τον εαυτό του, να αξιολογεί τις διαθέσιμες πληροφορίες, να παίρνει αποφάσεις και να αναπροσαρμόζει την πορεία του όταν οι συνθήκες αλλάζουν.
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν εξαφανίζει κάθε αμφιβολία ούτε υπόσχεται μία αλάνθαστη επιλογή. Μπορεί, όμως, να μετατρέψει το αόριστο και αγχωτικό «τι θα γίνω;» σε πιο συγκεκριμένα ερωτήματα: Τι γνωρίζω για τον εαυτό μου; Τι θέλω να διερευνήσω; Ποιες επιλογές έχω; Ποιο είναι το επόμενο βήμα που μπορώ να κάνω;
Ένας έφηβος δεν χρειάζεται να αποφασίσει σήμερα για ολόκληρη τη ζωή του. Χρειάζεται να κάνει μια επιλογή που να έχει νόημα για τον ίδιο, με τα δεδομένα, τις εμπειρίες και την αυτογνωσία που διαθέτει αυτή τη στιγμή — γνωρίζοντας ότι η πορεία του μπορεί να συνεχίσει να εξελίσσεται μαζί του.
