Το τέλος του καλοκαιριού φέρνει μαζί του μια γνώριμη αλλαγή. Οι ξέγνοιαστες ημέρες, τα ελεύθερα ωράρια και οι μικρές απολαύσεις των διακοπών δίνουν σταδιακά τη θέση τους στο πρωινό ξύπνημα, στη σχολική τσάντα, στα βιβλία και στις καθημερινές υποχρεώσεις. Σε λίγες ημέρες, οι αυλές των σχολείων θα γεμίσουν ξανά με παιδικές φωνές, ανυπόμονα βλέμματα και πολύχρωμες τσάντες.

Για αρκετά παιδιά η επιστροφή στο σχολείο είναι μια χαρμόσυνη προοπτική. Ανυπομονούν να συναντήσουν τους φίλους τους, να γνωρίσουν τους νέους εκπαιδευτικούς και να ανακαλύψουν όσα θα τους φέρει η καινούρια χρονιά. Για άλλα παιδιά, όμως, το πρώτο κουδούνι συνοδεύεται από αβεβαιότητα. Πίσω από τον ενθουσιασμό μπορεί να κρύβονται αγωνία, ανασφάλεια ή φόβος για όσα πρόκειται να αλλάξουν.

Η επιστροφή στο σχολείο δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Είναι μια ουσιαστική μετάβαση από έναν περισσότερο ελεύθερο τρόπο ζωής σε μια οργανωμένη καθημερινότητα, με σταθερό πρόγραμμα, κανόνες, κοινωνικές σχέσεις και μαθησιακές απαιτήσεις. Όπως κάθε μετάβαση, χρειάζεται χρόνο, προετοιμασία και, πάνω απ’ όλα, κατανόηση.

Ακούμε το παιδί χωρίς να υποτιμούμε όσα αισθάνεται

Πίσω από τη φράση «δεν θέλω να πάω σχολείο» μπορεί να κρύβονται πολύ διαφορετικές ανησυχίες. Ένα παιδί ίσως φοβάται ότι δεν θα βρει εύκολα φίλους ή ότι δεν θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των μαθημάτων. Κάποιο άλλο μπορεί να δυσκολεύεται με τον αποχωρισμό από την οικογένεια, να αγχώνεται επειδή αλλάζει σχολείο ή να κουβαλά μια δυσάρεστη εμπειρία από την προηγούμενη χρονιά.

Η πρώτη αντίδραση των ενηλίκων έχει ιδιαίτερη σημασία. Φράσεις όπως «δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι» ή «όλα θα πάνε μια χαρά» λέγονται με καλή πρόθεση, ενδέχεται όμως να κάνουν το παιδί να αισθανθεί ότι το συναίσθημά του δεν είναι δικαιολογημένο. Αντί να βιαστούμε να το καθησυχάσουμε, μπορούμε πρώτα να το ακούσουμε.

Μια φράση όπως «καταλαβαίνω ότι σε αγχώνει η επιστροφή· θέλεις να μου πεις τι σε δυσκολεύει περισσότερο;» ανοίγει τον δρόμο για έναν ουσιαστικό διάλογο. Η αποδοχή του συναισθήματος δεν ενισχύει το άγχος. Αντίθετα, βοηθά το παιδί να κατανοήσει αυτό που νιώθει και να αντιληφθεί ότι δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσει μόνο του.

Δεν είναι πάντοτε εύκολο για ένα παιδί να περιγράψει με ακρίβεια την ανησυχία του. Συχνά το άγχος εμφανίζεται έμμεσα, μέσα από εκνευρισμό, δυσκολία στον ύπνο, σωματικά ενοχλήματα ή απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά. Γι’ αυτό χρειάζεται να ακούμε όχι μόνο τα λόγια του, αλλά και όσα προσπαθεί να μας δείξει χωρίς λόγια.

Επαναφέρουμε σταδιακά τη σχολική καθημερινότητα

Κατά τη διάρκεια των διακοπών είναι φυσικό να αλλάζουν οι ώρες του ύπνου, των γευμάτων και των δραστηριοτήτων. Η απότομη επιστροφή σε ένα απαιτητικό πρόγραμμα μπορεί να προκαλέσει κόπωση, ευερεθιστότητα και δυσκολία συγκέντρωσης. Είναι, επομένως, προτιμότερο η προσαρμογή να αρχίσει μερικές ημέρες πριν από την έναρξη των μαθημάτων.

Η ώρα του ύπνου και του πρωινού ξυπνήματος μπορεί να μετακινείται σταδιακά, μέχρι να πλησιάσει το σχολικό ωράριο. Παράλληλα, μπορούν να επανέλθουν οι σταθερές ώρες των γευμάτων και μια πιο ήρεμη βραδινή διαδικασία, με περιορισμό της χρήσης οθονών πριν από τον ύπνο.

Η ρουτίνα δεν χρειάζεται να είναι αυστηρή ούτε να μετατρέψει τις τελευταίες ημέρες του καλοκαιριού σε περίοδο πειθαρχίας. Ο σκοπός της είναι διαφορετικός: να προσφέρει στο παιδί προβλεψιμότητα. Όταν γνωρίζει περίπου τι θα συμβεί και με ποια σειρά, αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια και αποκτά σταδιακά ξανά τον έλεγχο της καθημερινότητάς του.

Προετοιμαζόμαστε μαζί, χωρίς να δημιουργούμε πίεση

Η αγορά των σχολικών ειδών, η ετοιμασία της τσάντας και η οργάνωση του χώρου μελέτης μπορούν να γίνουν ευχάριστες οικογενειακές δραστηριότητες. Όταν το παιδί συμμετέχει ενεργά και κάνει ορισμένες μικρές επιλογές, αισθάνεται ότι έχει λόγο σε όσα πρόκειται να συμβούν. Η επιλογή ενός τετραδίου, η τακτοποίηση του γραφείου ή η δημιουργία ενός απλού εβδομαδιαίου προγράμματος μπορούν να ενισχύσουν την αυτονομία του.

Για τα μικρότερα παιδιά ή για εκείνα που πρόκειται να φοιτήσουν σε καινούριο σχολείο, μια επίσκεψη στη διαδρομή και στον εξωτερικό χώρο του σχολείου μπορεί να περιορίσει το αίσθημα του αγνώστου. Χρήσιμο είναι επίσης να συζητήσουμε με απλό και συγκεκριμένο τρόπο πώς θα είναι η πρώτη ημέρα: ποιος θα τα συνοδεύσει, πού θα συναντήσουν τον εκπαιδευτικό τους και πότε θα επιστρέψουν στο σπίτι.

Την ίδια στιγμή, χρειάζεται να αποφύγουμε την υπερβολική έμφαση στις σχολικές επιδόσεις πριν ακόμη αρχίσει η χρονιά. Εκφράσεις όπως «φέτος πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο» ή «τα μαθήματα θα είναι πολύ δύσκολα» ενδέχεται να μετατρέψουν την επιστροφή σε απειλή. Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι η νέα χρονιά είναι μια ευκαιρία να μάθει, να εξελιχθεί και να ανακαλύψει νέες δυνατότητες — όχι μια δοκιμασία στην οποία οφείλει από την πρώτη ημέρα να αποδείξει την αξία του.

Δεν επιστρέφουν όλα τα παιδιά στο σχολείο με τον ίδιο τρόπο

Κάθε παιδί έχει τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του εμπειρίες και τον δικό του χρόνο προσαρμογής. Κάποια παιδιά εντάσσονται γρήγορα στη νέα καθημερινότητα, ενώ άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο, περισσότερες εξηγήσεις και μεγαλύτερη συναισθηματική υποστήριξη. Η σύγκριση με αδέλφια ή συμμαθητές όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά μπορεί να ενισχύσει την ανασφάλεια.

Ιδιαίτερη φροντίδα χρειάζονται οι μαθητές που αλλάζουν σχολείο ή εκπαιδευτική βαθμίδα, καθώς και τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, αναπηρία, αυτισμό, ΔΕΠ-Υ ή αυξημένη αισθητηριακή ευαισθησία. Για αυτά τα παιδιά, η αλλαγή του περιβάλλοντος, των προσώπων και των καθημερινών διαδικασιών μπορεί να είναι περισσότερο απαιτητική.

Η προετοιμασία χρειάζεται τότε να είναι σαφής και εξατομικευμένη. Ένα οπτικό πρόγραμμα, η γνωριμία με τον εκπαιδευτικό, η προηγούμενη επίσκεψη στους χώρους του σχολείου ή η ύπαρξη ενός σταθερού προσώπου αναφοράς μπορούν να κάνουν σημαντική διαφορά.

Οι προσαρμογές αυτές δεν αποτελούν προνόμιο ούτε ευνοϊκή μεταχείριση. Είναι τα αναγκαία μέσα που επιτρέπουν σε κάθε παιδί να έχει ισότιμη πρόσβαση στη μάθηση, να συμμετέχει στη σχολική ζωή και να διατηρεί την αξιοπρέπειά του.

Η συνεργασία οικογένειας και σχολείου δημιουργεί ασφάλεια

Η προσαρμογή γίνεται ευκολότερη όταν οικογένεια και σχολείο επικοινωνούν με ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη. Οι γονείς γνωρίζουν τις ανάγκες, τις δυσκολίες και τους τρόπους με τους οποίους το παιδί τους ηρεμεί, οργανώνεται ή ζητά βοήθεια. Οι εκπαιδευτικοί, από την πλευρά τους, μπορούν να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον αποδοχής, προβλεψιμότητας και ουσιαστικής συμμετοχής.

Η επικοινωνία αυτή δεν χρειάζεται να αρχίσει μόνο όταν εμφανιστεί κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Μια έγκαιρη ενημέρωση για μια μαθησιακή δυσκολία, μια σημαντική αλλαγή στην οικογένεια ή μια προηγούμενη δυσάρεστη σχολική εμπειρία μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευτικό να κατανοήσει καλύτερα τη συμπεριφορά του μαθητή.

Όταν οικογένεια και σχολείο συνεργάζονται, το παιδί λαμβάνει ένα σταθερό μήνυμα: υπάρχουν γύρω του ενήλικες που επικοινωνούν, το προσέχουν και είναι διαθέσιμοι να το στηρίξουν.

Οι πρώτες ημέρες δεν χρειάζεται να είναι τέλειες

Η προσαρμογή δεν ολοκληρώνεται με το πρώτο κουδούνι. Τις πρώτες εβδομάδες είναι πιθανό το παιδί να επιστρέφει κουρασμένο, να εκνευρίζεται ευκολότερα ή να χρειάζεται περισσότερο χρόνο ηρεμίας. Η καινούρια καθημερινότητα απαιτεί σημαντική σωματική και συναισθηματική ενέργεια, ακόμη και όταν το παιδί φαίνεται χαρούμενο.

Αντί να το βομβαρδίζουμε με ερωτήσεις μόλις επιστρέφει στο σπίτι, μπορούμε να του προσφέρουμε λίγο χρόνο για να ξεκουραστεί και να αποφορτιστεί. Αργότερα, μια απλή ερώτηση, όπως «ποια στιγμή της ημέρας σου άρεσε περισσότερο;» ή «υπήρξε κάτι που σε δυσκόλεψε;», μπορεί να ανοίξει έναν ουσιαστικότερο διάλογο από το συνηθισμένο «πώς πέρασες;».

Χρειάζεται επίσης να θυμόμαστε ότι ο ενθουσιασμός και το άγχος μπορούν να συνυπάρχουν. Ένα παιδί μπορεί να χαίρεται που συναντά τους φίλους του και ταυτόχρονα να φοβάται τις νέες απαιτήσεις. Δεν χρειάζεται να αισθάνεται μόνο χαρά ούτε να δείχνει διαρκώς ευδιάθετο για να θεωρήσουμε ότι προσαρμόζεται.

Πότε το άγχος χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;

Ένας βαθμός ανησυχίας πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς είναι αναμενόμενος. Όταν, όμως, το άγχος επιμένει, γίνεται εντονότερο ή επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα του παιδιού, χρειάζεται να διερευνηθεί.

Επαναλαμβανόμενοι πόνοι στην κοιλιά ή πονοκέφαλοι πριν από το σχολείο, σοβαρές δυσκολίες ύπνου, έντονος φόβος αποχωρισμού, συστηματική άρνηση φοίτησης, απόσυρση, μεγάλη αλλαγή στη συμπεριφορά ή αναφορές εκφοβισμού δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ιδιοτροπίες.

Το παιδί που αρνείται να πάει στο σχολείο δεν είναι απαραιτήτως αδιάφορο, ανυπάκουο ή «τεμπέλικο». Η συμπεριφορά του μπορεί να αποτελεί τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο καταφέρνει να εκφράσει μια δυσκολία που δεν μπορεί ακόμη να περιγράψει με λόγια.

Η τιμωρία, η πίεση και οι συγκρίσεις συνήθως επιβαρύνουν την κατάσταση. Αντίθετα, η έγκαιρη επικοινωνία με το σχολείο και, όταν χρειάζεται, η αναζήτηση καθοδήγησης από κατάλληλο ειδικό μπορούν να βοηθήσουν το παιδί πριν το πρόβλημα παγιωθεί.

Μια καινούρια αρχή που χρειάζεται χρόνο και εμπιστοσύνη

Η επιστροφή στο σχολείο δεν χρειάζεται να γίνει αγώνας ταχύτητας. Είναι μια διαδικασία επανασύνδεσης: με τη μάθηση, με τους φίλους, με τους εκπαιδευτικούς και με έναν περισσότερο οργανωμένο τρόπο καθημερινής ζωής.

Πριν ζητήσουμε από το παιδί να αποδώσει, χρειάζεται να το βοηθήσουμε να αισθανθεί ασφαλές. Πριν το πιέσουμε να προσαρμοστεί, χρειάζεται να ακούσουμε τι ακριβώς το δυσκολεύει. Και πριν ανησυχήσουμε για τους βαθμούς, αξίζει να ενδιαφερθούμε για το αν αισθάνεται αποδεκτό και αν πιστεύει ότι έχει τη δική του θέση μέσα στη σχολική κοινότητα.

Η καινούρια σχολική χρονιά δεν θα είναι απαλλαγμένη από δυσκολίες. Μπορεί, όμως, να ξεκινήσει με ηρεμία, εμπιστοσύνη και την πολύτιμη βεβαιότητα ότι το παιδί δεν είναι μόνο του απέναντι σε όσα το περιμένουν.

Μαρία Χάλαρη, φιλόλογος και δημιουργός του Learningsphere

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μαρία Χάλαρη – Maria Chalari

Φιλόλογος, Ειδική Παιδαγωγός και Σύμβουλος Σταδιοδρομίας & Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Δημιουργός του Learningsphere.

Γνωρίστε τη Μαρία Χάλαρη →