Η πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν αφήνει εκτός αφήγησης ένα από τα πιο ανθρώπινα και βαθιά πολιτικά επεισόδια του ομηρικού έπους: την άφιξη του Οδυσσέα στη Σχερία και τη φιλοξενία που του προσφέρουν οι Φαίακες. Απουσιάζουν η Ναυσικά, ο Αλκίνοος, η Αρήτη και, κυρίως, η στιγμή κατά την οποία μια ολόκληρη κοινότητα αποφασίζει να βοηθήσει έναν άγνωστο, εξαντλημένο και ανυπεράσπιστο άνθρωπο.

Ασφαλώς, κάθε δημιουργός έχει το δικαίωμα να διασκευάζει ένα λογοτεχνικό έργο, να συμπυκνώνει την πλοκή του και να επιλέγει τα επεισόδια που υπηρετούν το δικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ωστόσο, οι αφηγηματικές επιλογές δεν είναι ποτέ εντελώς ουδέτερες. Ιδιαίτερα όταν ένα έργο τόσο επιδραστικό όσο η Οδύσσεια απευθύνεται σε ένα παγκόσμιο κοινό, όσα παραλείπονται μπορεί να αποδειχθούν εξίσου εύγλωττα με όσα προβάλλονται.

Το επεισόδιο των Φαιάκων δεν αποτελεί μια απλή στάση στο ταξίδι του Οδυσσέα. Δεν είναι μια ασήμαντη παρένθεση ανάμεσα στις εντυπωσιακές περιπέτειες με τον Κύκλωπα, την Κίρκη, τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο περιπλανώμενος ήρωας παύει να αντιμετωπίζεται ως ναυαγός και ανακτά σταδιακά την ανθρώπινη υπόστασή του.

Όταν φτάνει στη Σχερία, ο Οδυσσέας δεν έχει τίποτε από όσα συνήθως προσδίδουν σε έναν άνθρωπο κοινωνική ισχύ. Δεν έχει πλοίο, συντρόφους, περιουσία ή προστασία. Δεν έχει καν τη δυνατότητα να αποδείξει ποιος είναι. Βρίσκεται γυμνός, πεινασμένος, εξαντλημένος και φοβισμένος σε μια ξένη ακτή. Με σημερινούς όρους, θα μπορούσαμε να τον δούμε ως έναν ναυαγό, έναν πρόσφυγα ή έναν άνθρωπο χωρίς έγγραφα, ο οποίος εμφανίζεται ξαφνικά στα σύνορα μιας ευημερούσας κοινωνίας.

Η Ναυσικά δεν ζητά πρώτα να μάθει την καταγωγή του ούτε απαιτεί αποδείξεις ότι αξίζει τη βοήθειά της. Αναγνωρίζει μπροστά της έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη. Του προσφέρει τροφή, ρούχα και καθοδήγηση. Στη συνέχεια, ο Αλκίνοος και η Αρήτη τού παρέχουν στέγη, ασφάλεια και θέση στο κοινό τραπέζι. Πριν ακόμη μάθουν το όνομά του, αναγνωρίζουν την αξιοπρέπειά του.

Αυτή ακριβώς είναι η ριζοσπαστική δύναμη της ομηρικής ξενίας: ο ξένος δεν χρειάζεται πρώτα να αποδείξει ότι είναι χρήσιμος, ισχυρός ή άξιος. Η ανάγκη του αρκεί για να ενεργοποιήσει την ευθύνη της κοινότητας.

Στη σημερινή εποχή, αυτό το μήνυμα είναι ίσως πιο αναγκαίο από ποτέ. Ζούμε σε κοινωνίες που διαθέτουν πρωτοφανή τεχνολογικά μέσα, αλλά συχνά εμφανίζονται ανίκανες να κοιτάξουν κατάματα την ανθρώπινη δυστυχία. Άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα. Οικογένειες εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους εξαιτίας πολέμων, διώξεων, φτώχειας ή περιβαλλοντικών καταστροφών. Άστεγοι γίνονται αόρατοι μέσα στις πόλεις. Η οικονομική ανασφάλεια διευρύνεται, ενώ η ανάγκη αντιμετωπίζεται συχνά ως προσωπική αποτυχία και όχι ως κοινωνική πληγή.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ξένος παρουσιάζεται εύκολα ως απειλή. Ο φτωχός θεωρείται ύποπτος. Ο πρόσφυγας μετατρέπεται σε αριθμό. Ο μετανάστης περιορίζεται σε μια διοικητική κατηγορία. Η δημόσια συζήτηση γεμίζει με λέξεις όπως «ροές», «βάρος», «κόστος» και «κίνδυνος», πίσω από τις οποίες εξαφανίζονται τα πρόσωπα, οι ιστορίες και οι απώλειες πραγματικών ανθρώπων.

Οι Φαίακες μάς υπενθυμίζουν ότι ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν κρίνεται μόνο από τον πλούτο, την τεχνολογία ή τη στρατιωτική ισχύ της. Κρίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ευάλωτο άνθρωπο που φτάνει στην ακτή της. Η ξενία δεν αποτελεί απλώς μια ιδιωτική χειρονομία καλοσύνης. Είναι δημόσια και πολιτική πράξη. Φανερώνει τι είδους κοινότητα επιθυμούμε να οικοδομήσουμε και ποια θέση παραχωρούμε μέσα σε αυτήν σε εκείνον που δεν ανήκει ακόμη σε εμάς.

Όταν μια κοινωνία παύει να προσφέρει βοήθεια, δεν χάνει μόνο την ανθρωπιά της. Χάνει και τη δύναμή της. Η κοινωνική συνοχή δεν δημιουργείται μέσα από τον φόβο, τον αποκλεισμό και την καχυποψία. Δημιουργείται όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι, αν κάποτε βρεθούν αδύναμοι, ξένοι ή εκτοπισμένοι, δεν θα εγκαταλειφθούν. Η αλληλεγγύη είναι ένας άγραφος κοινωνικός δεσμός: σήμερα στηρίζω εγώ τον άλλον, γνωρίζοντας ότι αύριο ενδέχεται να χρειαστώ τη δική του στήριξη.

Η άρνηση της φιλοξενίας, αντίθετα, διαβρώνει τη συλλογικότητα. Μας εκπαιδεύει στην αδιαφορία, μας συνηθίζει στη θέα της δυστυχίας και μας πείθει ότι μπορούμε να επιβιώσουμε μόνοι μας. Όμως καμία κοινωνία δεν παραμένει πραγματικά ισχυρή όταν τα μέλη της αντιμετωπίζουν την ευαλωτότητα ως ελάττωμα και την αλληλεγγύη ως περιττή πολυτέλεια. Μια κοινωνία που υψώνει τείχη απέναντι σε κάθε ξένο κινδυνεύει, τελικά, να υψώσει τείχη και ανάμεσα στους ίδιους τους πολίτες της.

Η φτώχεια και η μετανάστευση δεν αντιμετωπίζονται ασφαλώς μόνο με ατομικές πράξεις φιλανθρωπίας. Απαιτούν θεσμούς, κοινωνική πολιτική, δίκαιη κατανομή των πόρων, ασφαλείς διαδικασίες υποδοχής και ουσιαστική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ομηρική ξενία, όμως, μας προσφέρει το ηθικό θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούν να στηριχθούν αυτές οι πολιτικές: κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να στερείται την αξιοπρέπειά του επειδή βρίσκεται σε ανάγκη ή επειδή έφτασε από έναν άλλον τόπο.

Γι’ αυτό η απουσία των Φαιάκων από μια σύγχρονη κινηματογραφική Οδύσσεια προκαλεί προβληματισμό. Δεν πρόκειται μόνο για την παράλειψη ορισμένων αγαπητών μορφών ή μερικών ραψωδιών. Χάνεται το σημείο όπου η περιπέτεια μετατρέπεται σε αφήγηση, επειδή κάποιοι άνθρωποι προσφέρουν στον ξένο τον χρόνο και τον χώρο για να μιλήσει. Στην αυλή του Αλκινόου ο Οδυσσέας δεν λαμβάνει μόνο τροφή και μέσο επιστροφής. Βρίσκει ακροατές. Ξαναβρίσκει το όνομά του, αφηγείται τα τραύματά του και επανασυνδέεται με την ταυτότητά του.

Αυτό ίσως είναι και το βαθύτερο νόημα της φιλοξενίας: δεν αρκεί να κρατήσουμε κάποιον ζωντανό· χρειάζεται να του επιτρέψουμε να ακουστεί. Ο ξένος παύει να είναι ξένος όταν αποκτά πρόσωπο, όνομα και ιστορία.

Σε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχούν η ταχύτητα, το θέαμα και η σύγκρουση, η ήσυχη γενναιοδωρία των Φαιάκων μπορεί να φαίνεται λιγότερο κινηματογραφική από την αναμέτρηση με έναν Κύκλωπα. Κι όμως, η πραγματική δοκιμασία ενός πολιτισμού δεν είναι αν μπορεί να νικήσει τα τέρατά του, αλλά αν μπορεί να αναγνωρίσει τον άνθρωπο που βρίσκεται ανυπεράσπιστος μπροστά του.

Ίσως, λοιπόν, το πιο σημαντικό ερώτημα που γεννά η απουσία των Φαιάκων δεν αφορά μόνο την πιστότητα μιας ταινίας προς τον Όμηρο. Αφορά εμάς: υπάρχουν ακόμη Φαίακες στη δική μας κοινωνία; Υπάρχει χώρος στο τραπέζι μας για τον ξένο, τον φτωχό, τον ναυαγό και τον εκτοπισμένο; Ή έχουμε αρχίσει να θεωρούμε φυσιολογικό να προσπερνούμε τον άνθρωπο που ζητά βοήθεια;

Μια κοινωνία δεν χάνει τη δύναμή της όταν μοιράζεται. Τη χάνει όταν αδιαφορεί. Δεν αποδυναμώνεται όταν ανοίγει έναν δρόμο επιστροφής για τον ναυαγό. Αποδυναμώνεται όταν κλείνει τα μάτια μπροστά του. Και ίσως αυτό να είναι το μήνυμα που έχουμε περισσότερο ανάγκη σήμερα: χωρίς ξενία, χωρίς αλληλεγγύη και χωρίς χώρο για την ιστορία του άλλου, καμία Ιθάκη δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά πολιτισμένη.

Μαρία Χάλαρη, φιλόλογος και δημιουργός του Learningsphere

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μαρία Χάλαρη – Maria Chalari

Φιλόλογος, Ειδική Παιδαγωγός και Σύμβουλος Σταδιοδρομίας & Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Δημιουργός του Learningsphere.

Γνωρίστε τη Μαρία Χάλαρη →